Τρίτη 18 Αυγούστου 2026 13:02 Κρήτη Κ. Σπυριδάκη: Ανάγκη θέσπισης ενός εξειδικευμένου πρωτοκόλλου για την προστασία των παιδιών με αναπηρία Την αναγκαιότητα θέσπισης ενός ενιαίου, υποχρεωτικού και εξειδικευμένου πρωτοκόλλου για την έγκαιρη αναγνώριση και την ορθή διαχείριση περιστατικών πιθανής κακοποίησης παιδιών με αναπηρία φέρνει στη Βουλή η Κατερίνα Σπυριδάκη. Την κοινοβουλευτική παρέμβαση συνυπογράφουν η Κατερίνα Καζάνη, Βουλευτής Ευβοίας και Τομεάρχης Κοινωνικής Συνοχής & Οικογένειας, ο Πέτρος Παππάς, Βουλευτής Κιλκίς και Τομεάρχης Ατόμων με Αναπηρία και Ευάλωτων Κοινωνικών Ομάδων και ο Ιωάννης Τσίμαρης, Βουλευτής Ιωαννίνων και Τομεάρχης Υγείας του ΠΑΣΟΚ- Κινήματος Αλλαγής. Σύμφωνα με υπόμνημα του Σωματείου «ΚΡΑΥΓΗ ΑμεΑ», οι υφιστάμενες οδηγίες για περιστατικά πιθανής κακοποίησης παιδιών με αναπηρία σε σχολικές μονάδες, δομές ειδικής αγωγής, μονάδες υγείας, θεραπευτικά κέντρα και δομές κοινωνικής φροντίδας. εμφανίζονται αποσπασματικές, ενώ η σχετική εκπαίδευση των επαγγελματιών παραμένει περιορισμένη. Όπως επισημαίνει το Σωματείο ένα γενικό πρωτόκολλο παιδικής προστασίας, ακόμα και όταν υφίσταται, δεν αρκεί από μόνο του. Αντίθετα, απαιτείται ένα πρωτόκολλο με ειδικές προβλέψεις, προσαρμοσμένα εργαλεία επικοινωνίας και σαφείς κατευθύνσεις για την αναγνώριση των ιδιαίτερων ενδείξεων που μπορεί να εμφανιστούν σε κάθε περίπτωση. Σε ένα παιδί που δεν επικοινωνεί λεκτικά ή έχει περιορισμένη δυνατότητα έκφρασης, η αποκάλυψη ενός περιστατικού κακοποίησης μπορεί να μην πραγματοποιηθεί με μία σαφή προφορική καταγγελία. Οι ξαφνικές αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού μπορεί λόγω της λεγόμενης «διαγνωστικής σκίασης» να αποδοθούν στην αναπηρία ή στη διάγνωση, αντί να διερευνηθούν ως πιθανά σημάδια κακοποίησης ή παραμέλησης. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι η σχέση εξάρτησης μεταξύ παιδιών με αναπηρία και γονέων, φροντιστών, εκπαιδευτικών, συνοδών, θεραπευτών ή επαγγελματιών υγείας είναι πολύπλοκη, έντονη και διαρκής, τότε καθίσταται ακόμα πιο αναγκαία η ύπαρξη αυξημένων δικλείδων προστασίας και όχι η εφαρμογή γενικών διαδικασιών που δεν λαμβάνουν υπόψη τη συγκεκριμένη σχέση εξάρτησης. Η θεσμική καθοδήγηση και η επιστημονική υποστήριξη θα κατευθύνουν πιο αποτελεσματικά στην αναγνώριση ενός πιθανού περιστατικού κακοποίησης ή παραμέλησης τους επαγγελματίες υγείας. Χωρίς κοινό και δεσμευτικό πλαίσιο οι φροντιστές βασίζονται συχνά στην προσωπική εμπειρία, τη διαίσθηση ή την πρωτοβουλία και καλούνται να λάβουν μόνοι τους κρίσιμες αποφάσεις. Για τους λόγους αυτούς καθίσταται αναγκαίο ένα πρωτόκολλο που δεν θα περιορίζεται σε μία γενική σύσταση αναφοράς κάθε περιστατικού, αλλά θα περιγράφει με σαφήνεια ολόκληρη τη διαδρομή από την πρώτη ένδειξη μέχρι την ενεργοποίηση των αρμόδιων μηχανισμών. Πρέπει να προβλέπει ποιος καταγράφει το περιστατικό, με ποιον τρόπο πραγματοποιείται η αρχική εκτίμηση κινδύνου, ποια μέτρα άμεσης προστασίας λαμβάνονται, ποια υπηρεσία ενημερώνεται, πώς αποφεύγεται η επαναλαμβανόμενη εξέταση του παιδιού και πώς εξασφαλίζεται η συνέχεια της ψυχοκοινωνικής και θεραπευτικής του υποστήριξης. Πρέπει να περιλαμβάνει επίσης προσαρμοσμένες οδηγίες επικοινωνίας. Το υπόμνημα επισημαίνει ότι το Σωματείο «ΚΡΑΥΓΗ ΑμεΑ» έχει ήδη αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο, εξειδικευμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο πρωτόκολλο για την αναγνώριση και τη διαχείριση περιστατικών πιθανής κακοποίησης παιδιών με αναπηρία. Σύμφωνα με τον φορέα, το προτεινόμενο εργαλείο βασίζεται στο υφιστάμενο νομικό και επιστημονικό πλαίσιο, περιλαμβάνει συγκεκριμένα βήματα διαχείρισης, ενσωματώνει προσαρμοσμένες οδηγίες για διαφορετικά είδη αναπηρίας και συνοδεύεται από πρακτικά εργαλεία, όπως φόρμες καταγραφής και οδηγίες επικοινωνίας. Έχει δε σχεδιαστεί με στόχο την άμεση εφαρμογή του σε δομές εκπαίδευσης και φροντίδας. Το Σωματείο επιπρόσθετα επικαιροποιεί περαιτέρω και τεκμηριώνει με αξιόπιστες έρευνες την ανάπτυξη και εφαρμογή εξειδικευμένων πρωτοκόλλων. Η διαμόρφωση του πρωτοκόλλου προϋποθέτει την ουσιαστική διυπουργική συνεργασία μεταξύ Υπουργείου Παιδείας, Υγείας, Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και ενιαία εφαρμογή του πρωτοκόλλου σε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές δομές στις οποίες εκπαιδεύονται, θεραπεύονται ή φιλοξενούνται παιδιά με αναπηρία. Με τον τρόπο αυτό θα περιοριστεί ο κίνδυνος κάθε δομή να εφαρμόζει διαφορετικές διαδικασίες, οι αναφορές να χάνονται κατά τη διαβίβασή τους από τη μία υπηρεσία στην άλλη και η ευθύνη να μετακυλίεται μεταξύ διαφορετικών φορέων. Η θεσμοθέτηση του πρωτοκόλλου, όμως, δεν θα έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα χωρίς υποχρεωτική και επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση του προσωπικού. Δεν αρκεί η αποστολή μιας εγκυκλίου ή η ανάρτηση ενός εγγράφου σε έναν ιστότοπο. Οι επαγγελματίες χρειάζονται πρακτική εκπαίδευση μέσα από παραδείγματα, μελέτες περίπτωσης, προσομοιώσεις και σαφή καθοδήγηση για τα βήματα που πρέπει να ακολουθούν. Όπως επισημαίνει η Κατερίνα Σπυριδάκη «η Πολιτεία οφείλει να εξετάζει με σοβαρότητα και να αξιολογεί επιστημονικά τις προτάσεις των φορέων που διαθέτουν άμεση γνώση των αναγκών των παιδιών και των οικογενειών τους. Η αρχή “Τίποτα για εμάς χωρίς εμάς” πρέπει να εφαρμόζεται και στον σχεδιασμό των πολιτικών προστασίας των παιδιών με αναπηρία. Είναι επιτακτική η ανάγκη να συνεργαστεί η Πολιτεία με οργανώσεις αναπηρίας, επιστημονικούς φορείς, επαγγελματικές ενώσεις και οργανώσεις παιδικής προστασίας για να θωρακίσει αποτελεσματικά την προστασία των παιδιών με αναπηρία και να μην αφήνει τους εργαζομένους αντιμέτωπους με ευθύνες για τις οποίες δεν έχουν εκπαιδευτεί και αποφάσεις για τις οποίες δεν διαθέτουν τα αναγκαία εργαλεία».